αναβάλλω


αναβάλλω
αναβάλλω, ανέβαλα βλ. πίν. 146

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀναβάλλω — throw up pres subj act 1st sg ἀναβάλλω throw up pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναβάλλω — (Α ἀναβάλλω) 1. ενεργ. μεταθέτω τον χρόνο εκτελέσεως κάποιου πράγματος σε μελλοντικό χρόνο, δεν τό εκτελώ αμέσως, τό αφήνω για αργότερα 2. παθ. ορίζομαι για αργότερα νεοελλ. 1. κάνω λόγο για κάποιον ή κάτι, αναφέρω 2. μιλώ δυσφημιστικά για… …   Dictionary of Greek

  • αναβάλλω — [анавалло] р. откладывать, отсрочивать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αναβάλλω — ανάβαλα και ανέβαλα, αναβλήθηκα, αναβλημένος 1. μεταθέτω την εκτέλεση μιας πράξης σε μελλοντικό χρόνο: Ανάβαλα για το καλοκαίρι το ταξίδι μου. 2. φρ., «Του έψαλε τον αναβαλλόμενο» (τον μάλωσε πολύ) προήλθε από τον πολύ μακρό ψαλμό που αρχίζει με… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναβάλῃ — ἀναβάλλω throw up aor subj mp 2nd sg ἀναβάλλω throw up aor subj act 3rd sg ἀναβά̱λῃ , ἀναβάλλω throw up aor subj mid 2nd sg (doric) ἀναβά̱λῃ , ἀναβάλλω throw up aor subj act 3rd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμβάλω — ἀναβάλλω throw up aor subj act 1st sg ἀμβά̱λω , ἀναβάλλω throw up aor subj act 1st sg (doric) ἀμβά̱λω , ἀναβάλλω throw up aor ind mid 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναβαλοῦσι — ἀναβάλλω throw up aor part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀναβάλλω throw up fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) ἀναβάλλω throw up fut ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναβάλλεσθε — ἀναβάλλω throw up pres imperat mp 2nd pl ἀναβάλλω throw up pres ind mp 2nd pl ἀναβάλλω throw up imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναβάλλετε — ἀναβάλλω throw up pres imperat act 2nd pl ἀναβάλλω throw up pres ind act 2nd pl ἀναβάλλω throw up imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναβάλλῃ — ἀναβάλλω throw up pres subj mp 2nd sg ἀναβάλλω throw up pres ind mp 2nd sg ἀναβάλλω throw up pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)